Warning: Memcache::addserver() expects parameter 2 to be long, string given in /home/pinged2/webapps/maranathagr/libraries/joomla/cache/storage/memcache.php on line 84
 Η ΛΟΥΣΣΥ
spacer.png, 0 kB

alt

" Η έρημος και η άνυδρος θέλουσιν ευφρανθή δι' αυτά, και η ερημία θέλει αγαλλιασθή και ανθήσει ως ρόδον."

Ησαίας 35,1 

 
            ΜΑΡΑΝΑΘΑ!
     Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ
     ΕΛΑ ΧΡΙΣΤΕ ΞΑΝΑ!

    
    ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ  2019      

Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
       1 3 4
5 6 7 8 9 10 11
12 13 14 15 16 17 18
19 20 21 22 23 24 25
26 27 28 29 30  31   

spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
Η ΛΟΥΣΣΥ
Κυριακή, 20 Ιανουάριος 2008 03:48

Σαν διήγημα

african woman.jpg Η ΛΟΥΣΣΥ

Αφρικανίδα. Από την Βόρεια Νιγηρία. Τι παιδί!
Υψηλή, λυγερή, σβέλτη. Κυπαρίσσι... Πελώρια προς το πράσινο μάτια. Γαλλική μύτη. Ζαρκάδι της ζούγκλας.
 
Πώς βρέθηκε στη ζούγκλα της Αθήνας; Ηρθε σε μια τοπική σύναξη. Και δεύτερη φορά.
Τραγουδούσε μελωδικά. Με μια μέτζα σοπράνο φωνή, γεμάτη νοσταλγία.
- Θα σε λέω Φωτεινή!
Της είπα ότι το Λούσσυ είναι από το Λούκια. Λούζ, φως και τελικά Φωτεινή. .
..
Σ.Ι Π
Σαν διήγημα
Η Λούσσυ

african woman.jpgΑφρικανίδα. Από την Βόρεια Νιγηρία. Τι παιδί! Υψηλή, λυγερή, σβέλτη. Κυπαρίσσι. Και κανένα από τα -ας τα πούμε-αρνητικά της Αφρικάνικης ράτσας. Μύτη χοντρουλή. Κοντόλαιμο. Προτεταμένα σαρκώδη χείλη. Τίποτε. Επιμειξία με Αιθιοπικό αίμα. Πελώρια προς το πράσινο μάτια. Γαλλική μύτη. Ζαρκάδι της ζούγκλας. Πώς βρέθηκε στη ζούγκλα της Αθήνας. Ηρθε σε μια τοπική σύναξη. Και δεύτερη φορά. Τραγουδούσε μελωδικά. Με μια μέτζα σοπράνο φωνή, γεμάτη νοσταλγία.

- Θα σε λέω Φωτεινή!
- Γιατί ?
Της είπα ότι το Λούσσυ είναι από το Λούκια. Λούζ, φως και τελικά Φωτεινή. Γέλασε. Ηταν αυθόρμητο τούτο το νεαρό παιδί. Με αγκάλιασε. Γέλασε ευχαριστημένη.

- Ναι! Είναι ωραία. Να με λέτε Φωτεινή. Μου αρέσει πολύ. Τα Ελληνικά της θαυμάσια. Κάπου - κάπου της ξέφευγε κάποια λέξη, ας πούμε. Δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τη διφορούμενη έννοια της. Και πάντα γελούσε. Κάθε φορά που ερχόταν έφερνε και τη Βίβλο της. Φανερά. Οχι σε τσάντα. Στη γαλλική γλώσσα. Τη μιλούσε θαυμάσια. Είχε φθάσει μέχρι κάποια κολλεγιακή τάξη.
 
Ερχόταν στη σύναξη από νωρίς. Ευκαιρία να πούμε κάτι. Να ψάλλουμε. Κυρίως να προσευχηθούμε.
Πάντα ερχόταν με αφρικάνικη παρέα. Τις πιο πολλές φορές με μια κοπέλλα, κοντούλα, χαριτωμένη, μ' εκείνα τα χαρακτηριστικά κοτσιδάκια. Ψάλλανε οι δυο τους στη γλώσσα τους. Σε μια γνήσια αφρικάνικη μουσική. Αλλά χριστιανικούς ύμνους.

Εμαθα πως η Λούσσυ - συγνώμην η Φωτεινή, ήταν παντρεμένη στην Αφρική. Είχε ένα μικρό αγοράκι. Πότε πρόλαβε το θηριάκι. Το χαρακτηριστικό της, αρκετή ώρα πριν να τελειώσουμε το μάθημα κοίταζε συνεχώς το ρολόι. Με αγωνία. Συνεχώς.

Σηκωνόταν ευγενικά, πάντα όταν άρχιζε η σύναξη. Εφευγε από δίπλα μου και πήγαινε στο τέλος του δωματίου, κοντά στην πόρτα, άνοιγε αθόρυβα την πόρτα. Με χαιρετούσε με υπόκλιση ευγενικά και μου έστελνε φιλάκι σαν τα μικρά παιδιά, φιλώντας τα δάκτυλα της και απλώνοντας το μαύρο χεράκι της προς την κατεύθυνση μου. Κράτησαν αρκετό καιρό αυτές οι παρουσίες της. Τα καλοκαίρια χανόταν. Και πάλι γύριζε. Οπως πάντα νωρίς. Επρεπε να σκύψει και να μου φιλήσει το χέρι. Τα τυχερά του επαγγέλματος.

Ενα βράδυ τη ρώτησα.
- Μα γιατί βιάζεσαι να φύγεις ?
- Δουλεύω. Πρέπει νάμαι στο μαγαζί νωρίς για πρόβα.
Δεν κατάλαβα. Μαγαζί, δηλαδή? Αλλά δεν επέμεινα.
Μια φορά ήρθε μόνη της η φίλη της . Η Μπέσσυ. Ρώτησα δειλά.
-Της συμβαίνει κάτι ?
-Οχι άλλαξε μαγαζί.
- Δηλαδή ?
- Είναι τραγουδίστρια και χορεύτρια σε νυχτερινό κέντρο.
- Α... Ετσι. Ετσι...
Κείνο το βράδυ θυμάμαι μούδωσε και μια πρόσκληση για γάμο. Κυριακή βράδυ, αργά. Σε μια εκκλησία, Κρατική, στη Γλυφάδα.
- Τον θυμόσαστε τον Τίκο, Πίκο, Μόκο, Πόκο, κάπως έτσι.
- Οχι.
- Ερχόταν κάπου κάπου. Δεν τον θυμόσαστε?
- Τον Τόκο, Πΐκο, Μίκο, Σούκο, Τούτο, κάπως έτσι?

Γελάσαμε. Την Κυριακή ήμουν -με τα καλά μου- κι' εκείνη την ωραία μου ριγέ γραβάτα, στην Εκκλησία. Ολοι μαύροι. Πελώριοι. Γελαστοί. Ήμουν σαν σταγόνα γάλα, σ' ένα ποτήρι με μύγες! Ετσι δεν λένε? Είχε αρχίσει η τελετή. Οταν τελείωσαν κάθησαν στη σειρά για τις χαιρετούρες. Ο Τίκο, Πόκο, Σούκο, Τούτο, κάπως έτσι ο γαμπρός κάτι είπε στη νύφη. Εκείνη έκανε μια χαριτωμένη ριβεράντζα. Φωτίστηκε το ωραίο της προσωπάκι. Και σεβαστικά, χωρίς να το καταλάβω, μου φίλησαν το χέρι! λ!σως έπρεπε να είχα μετακομίσει νωρίτερα στην Αφρική. Χαμένες ευκαιρίες.

Και βέβαια και η Λούσσυ εκεί, μ' ένα γυαλιστερό φόρεμα. Ποτέ πιο ωραία . Χαριτωμένη. Ολο γελούσε η Φωτεινή. Μ' αγκάλιασε. Ματς - Μούτς. Πήρε κάτι να λέει στη γλώσσα της για μένα. Επιασα μόνο το « πάστορ ». Καμάρι του λόγου μου. Στο κλίμα των χρηματιστηρίων της Αφρικής, ανέβαιναν οι μετοχές μου. Και χαμογελούσα αμήχανα.

- Είδατε μέσα στο προσκλητήριο?
- Δηλαδή ?
- Σας έχουμε προσκλητήριο για το δείπνο.
-Ισως και να μη το είδα. Αλλά....δε θα μπορέσω.

Η Λούσσυ έγειρε το κεφαλάκι της, σούφρωσε τη μυτίτσα. Μου' πιάσε και τα δυο χέρια. Κι' είπε ναζιάρικα .
- Οχι ... πρέπει. Θα καθήσετε δίπλα στους νεόνυμφους. Μα, τάχουμε κανονίσει. Οχι...
Δεν πήγα στο δείπνο του γάμου. "Εγινε σε κάποιο κέντρο στο τέρμα Πατησίων. Τέλος .πάντων...

Μετά τον γάμο - ήταν αρχές καλοκαιριού - ίσως την είδα μιά-δυο φορές ακόμη. Μετά τίποτε. Χάθηκε η Φωτεινή μου. Ρώτησα. Καθώς χάθηκε και η φιλενάδα της η Μπέσσυ, δεν είχαμε πηγή για νέα τους. Πρέπει να πέρασαν δυο χρόνια. Περισσότερα? ΛΟταν χτύπησε το τηλέφωνο. Γνωστή και αγαπητή η φωνή. Τι κάνετε? Πως είσθε? Τέτοια. Και -ξέρετε-τη θυμόσαστε τη Λούσσυ? Σας ζητάει. Επειγόντως. Είναι στο Νοσοκομείο... Σ'αυτή τη κλινική. Δωμάτιο ...

Κυριακή απομεσήμερο ήμουν εκεί. Ενας δαίδαλος διαδρόμων. Και στο βάθος -κάτι σαν Παράρτημα- κάποια απομονωμένα μικρά δωμάτια. Εκείνη τη στιγμή έβγαινε μια νοσοκόμα. Ρώτησα.
-Την Αφρικάνα?
- Απέναντι σας ακριβώς. Απλωσε το χέρι της και μου έδειξε μια κρεμάστρα στο διάδρομο.
-Πάρτε μια μάσκα. Δεν έχω δυστυχώς γάντια.

Παραξενεύτηκα. Πρέπει να την κοίταζα παράξενα. Πήρα μια μάσκα.
-Είναι τα δωμάτια με τους ασθενείς με ειτζ, μου είπε.
Βέβαια δεν έβαλα μάσκα. Δεν μου επιτρεπόταν. Την ξανακρέμασα δειλά και κοίταζα με τρόπο αν με βλέπει η νοσοκόμα. Χτύπησα τη πόρτα, σιγανά.
- Ναι.

Ηταν δύο. Μια νεαρή αφρικάνα κυρία. Κοντούλα. Γεμάτη. Δηλαδή... Πολύ γεμάτη. Σε μια πάνινη πολυθρόνα μια γριούλα. Κοντή. Πόσο κοντή! Ζαρωμένη. Αραιά, αλλά καλοχτενισμένα τα μαλλιά της. Μια έντονη γαλάζια μακρυά νυχτικιά. Στα πόδια της μια ανοικτή Βίβλος. χΕκαμε να σηκωθεί. Ισως δε μπόρεσε. Απλωσε και τα δυο της χέρια. Τράβηξε το δικό μου στα χείλη της. ΚΓ άρχισε να φιλάει το χέρι μου. Πολύ. Συνεχώς. Ασταμάτητα. Και έκλαιγε.

Ναι, η γριούλα ήταν η Λούσσυ. Η Φωτεινή μου. Προσπαθούσε κάτι να μου πει. Μέσα στους λυγμούς της δεν την καταλάβαινα. Δεν θυμάμαι τι της είπα. Αλλά πολύ λίγα. Δεν ήθελα να δώσω την εντύπωση πως πανικοβλημένος, ήθελα να φύγω.

Αλλά η Λούσσυ ήξερε τόσα πολλά. Ο,τι χρειαζόταν, εκείνο που χρειαζόταν, το ήξερε. Ψιθύρισα δυο λόγια αγάπης. Της είπα για τον Θεό της αγάπης.

Στράφηκα στην άλλη - την χονδρούλα - και της μίλησα για την ανάγκη μετάνοιας. Τι είναι η μετάνοια. Η Λούσσυ με κοίταζε στα μάτια. Εξακολουθούσε να κλαίει. Κι' άκουγε. Ακουγε. Ρουφούσα τα λόγια τούτα τα απλά. Του Χριστού το λόγο. Εκαμα δύο λογάκια προσευχής. Είπα δυο λογάκια ευχαριστίας για τον Σταυρό, τη χάρη, το αίμα, τη λύτρωση, τη συγνώμη. Ξανά κρεμάστηκε από το χέρι μου....Η χονδρούλα με έβγαλε μέχρι το διάδρομο.

-Ζήτησε να δει το παιδί της. Αλλά δεν μπορεί νάρθει.
-Σ ευχαριστώ γιατί είσαι κοντά στη Λούσσυ. Και την αγαπάς.

Κατέβηκα τις σκάλες . Η καρδιά μου ήταν σφιγμένη. Βαρεία. Μ' έλουσε το φως. Χαμογέλασα πριν κινήσουμε για ένα ακόμα, ένα άλλο νοσοκομείο. Ξέρω πώς θέλεις να με ρωτήσεις. Δεν θα απαντήσω. Δεν μπορώ. Δεν ξέρω ν' απαντήσω. Αλλωστε, τι να σου πω....Οταν ο Θεός ξέρει....

Σ. Ι. Π

Τελευταία Ενημέρωση στις Τρίτη, 05 Φεβρουάριος 2008 02:11
 
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB